Menu

«Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω…»

Στις: 1 Οκτωβρίου 2015

Ώρα της Στάχτης
Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.
Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.
Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.
Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.
Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.

HORA DE LA CENIZA

Finaliza Septiembre. Es hora de decirte
lo difícil que ha sido no morir.

Por ejemplo, esta tarde
tengo en las manos grises
libros hermosos que no entiendo,
no podría cantar aunque ha cesado ya la lluvia
y me cae sin motivo el recuerdo
del primer perro a quien amé cuando niño.

Desde ayer que te fuiste
hay humedad y frío hasta en la música.

Cuando yo muera,
sólo recordarán mi júbilo matutino y palpable,
mi bandera sin derecho a cansarse,
la concreta verdad que repartí desde el fuego,
el puño que hice unánime
con el clamor de piedra que eligió la esperanza.

Hace frío sin ti. Cuando yo muera,
cuando yo muera
dirán con buenas intenciones
que no supe llorar.

Ahora llueve de nuevo.
Nunca ha sido tan tarde a las siete menos cuarto
como hoy.

Siento unas ganas locas de reír
o de matarme.
[Το ποίημα είναι του Roque Dalton/ Μετάφραση:Γιώργος Μίχος]


 

roque1Ο Ρόκε Ντάλτον γεννήθηκε στις 14 Μαΐου του 1935, στο Σαν Σαλβαδόρ. Παράλληλα με τις νομικές του σπουδές, ενεπλάκη στους λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας. Το 1957 έγινε μέλος του Κ.Κ. του Ελ Σαλβαδόρ. Φυλακίστηκε επανειλημμένως και το 1960 καταδικάστηκε σε θάνατο – σώθηκε μόνο και μόνο επειδή κατέρρευσε η δικτατορία, μόλις τέσσερις μέρες πριν από την εκτέλεσή του. Ο Ντάλτον εξορίστηκε, αλλά το 1974 γύρισε μυστικά στο Ελ Σαλβαδόρ και εντάχτηκε στο παράνομο αντάρτικο κίνημα της χώρας, το οποίο εκείνη την εποχή ταλανιζόταν από σοβαρές εσωτερικές διαμάχες.

Στις 10 Μαΐου 1975, πέντε μέρες πριν κλείσει τα σαράντα του, ο Ρόκε Ντάλτον δολοφονήθηκε, από μέλη μιας σκληροπυρηνικής φράξιας της οργάνωσής του και με διαταγή της ηγεσίας. Το γελοίο επιχείρημα περί συνεργασίας με τον εχθρό ήθελε απλώς να κρύψει την αδιαλλαξία της ηγεσίας της οργάνωσης μπροστά σε οποιαδήποτε «παρέκκλιση» από την απόλυτη υποταγή σε αυτήν.

Ο Ρόκε Ντάλτον (που «έκανε τις πέτρες να γελούν», σύμφωνα με τον Εδουάρδο Γκαλεάνο) ήταν ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος «μιας γενιάς που γεννήθηκε μισοπεθαμένη». Η ποίησή του είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική, «στρατευμένη», που όμως συγκρούστηκε ανηλεώς με τον φτηνιάρικο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της εποχής («Οι γραφειοκράτες κολυμπάνε σε μια θάλασσα ταραγμένης βαρεμάρας. / Με τη φρίκη των χασμουρητών τους είναι οι πρώτοι δολοφόνοι της τρυφερότητας. / Καταλήγουν να αρρωστήσουν απ” το συκώτι τους και πεθαίνουν κρεμασμένοι στα τηλέφωνα», γράφει). Χωρίς να μπορεί πάντα να αποφύγει το «ξύλινο» και διδακτικό ύφος της εποχής, ταυτόχρονα ξεχειλίζει από σαρκασμό και ειρωνεία, τρυφερότητα και οργή, χιούμορ και θλίψη: «Τα δάκρυα μου, ακόμα και τα δάκρυα μου / έγιναν πέτρα. / Εγώ που πίστευα στα πάντα. / Στους πάντες. / Εγώ, που το μόνο που ζητούσα ήταν μια στάλα τρυφερότητα, / που δεν κοστίζει τίποτα / εκτός απ” το να “χεις καρδιά. / Τώρα πια είναι αργά. / Τώρα η τρυφερότητα δε φτάνει. / Έχω δοκιμάσει τη γεύση της μπαρούτης».

Ο Ντάλτον πήρε το 1956, το 1958 και το 1959 το Βραβείο Ποίησης της Κεντρικής Αμερικής, ενώ το 1969 πήρε το βραβείο ποίησης Κάσα δε λας Αμέρικας. Μεταφράσεις ποιημάτων του Ρόκε Ντάλτον έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Σήματα Καπνού, το 2000, και στην εφημερίδα Εποχή, το 2007.

Ο Χούλιο Κορτάσαρ έλεγε ότι «όταν ο κόσμος διαβάσει το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε ο Ρόκε Ντάλτον, θα καταλάβει πως ο δρόμος ενός αληθινού επαναστάτη δεν περνάει από την ασφάλεια, από τη βεβαιότητα, από κάποιο απλουστευτικό και μανιχαϊστικό σχήμα». Ο ίδιος ο Ντάλτον, άλλωστε, έλεγε ότι «εγώ έφτασα στην επανάσταση μέσω της ποίησης».

Ο Ρόκε Ντάλτον ήταν μια μορφή που, όσο κι αν συνόψιζε τη φιγούρα του αγωνιστή-διανοούμενου εκείνης της εποχής, δεν μπορούσε να χωρέσει εύκολα στη νοσηρή πειθαρχία του μιλιταρισμού και του σταλινισμού που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της Αριστεράς εκείνα τα χρόνια. Δεν μπορούσε να αποδέχεται σιωπηλά την αποστειρωμένη «ιερή αγελάδα» των ηγεσιών που έκριναν τη μοίρα της Αριστεράς. Τόσο η ποίησή του όσο και τα θεωρητικά του κείμενα άνοιγαν πάντα παράθυρα στην αμφισβήτηση του κυρίαρχου λόγου της Αριστεράς.

Αναφερόμενος στο βιβλίο του Ντάλτον Ένα κόκκινο βιβλίο για τον Λένιν, ο Αργεντινός θεωρητικός Νέστορ Κοάν γράφει ότι «το χιούμορ του Ρόκε μετατρέπεται σε εργαλείο αποϊεροποίησης. [.] Ανάμεσα σε γέλια και ειρωνείες, ο Ρόκε μάς καλεί να σκεφτούμε μεγαλόφωνα. Ο Ρόκε προκαλεί, ενοχλεί, ξεβολεύει. Γελάει και κοροϊδεύει τους βολεμένους. Χλευάζει τις κομματικές γραφειοκρατίες», για να προσθέσει ότι «το βιβλίο του Ρόκε μάς βοηθάει να συλλογιστούμε τις ήττες των λατινοαμερικάνικων επαναστάσεων από τη σκοπιά της Αριστεράς».

Έτσι, δεν προκαλεί εντύπωση το πώς τοποθετεί ο Ντάλτον τον εαυτό του σε σχέση με την ποίηση: «Στο λαρύγγι ενός μπεκρή πεθαμένου / μένουν κολλημένες οι λέξεις που περιφρόνησε η ποίηση. / Εγώ τις σώζω με τα χέρια ενός φαντάσματος / με χέρια ευλαβικά, πάει να πει. / Και να τις αγαπάτε σας λέω».

Ο Ρόκε Ντάλτον ήξερε ότι οι λέξεις που περιφρόνησε η ποίηση δεν χωράνε πάντα στην Αριστερά.

Κι εμείς ξέρουμε ότι η Αριστερά που σκότωσε τον Ρόκε Ντάλτον δεν ανήκει πάντα στο παρελθόν.

Η σορός του Ρόκε Ντάλτον δεν βρέθηκε ποτέ.
ΠΗΓΗ: Ενθέματα